ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΑΠΟ ΚΡΙΜΑ ΦΟΝΟΥ
(αφήγημα) του Παύλου Λάλου
Από το Μοναστήρι του Νικάνορα (του Οσίου) στην βόρεια πλευρά της Δεσκάτης προς Παλιουριά-Γρεβενά ερχόταν στο χωριό μου στα παιδικά μου χρόνια καλόγερος με 2 τουλάχιστον μουλάρια με μεγάλα κυπριά στο λαιμό που χτυπούσαν στο βηματισμό του ζώου και προανήγγειλαν την παρουσία του «Άγιου» και οι νοικοκυρές έδιναν υπέρ μνημοσύνου, για την Πρόθεση του Μοναστηριού, σε είδος που έριχνε σε σακιά: βρίζα, σιτάρι ή κριθάρι, σπάνια λεφτά.
Μια χρονιά, είχε πια για τα καλά τελειώσει ο Εμφύλιος, ήρθε ένας καλόγερος και πέρασε κι από τα απέναντι σπίτια (γειτονιά προσήλια) που είχαν παιδί, τον μοναχό Ακάκιο, στο Άγιο Όρος. Η οικογένεια είχε 2 νέους θύματα από όλμο που ένας Λοχίας Γιάννης (αγνώστου επιθέτου) του Εθνικού Στρατού το 1948-49 είχε ρίξει από τα σπίτια στον ΆηΘανάση όπου ήταν οχυρωμένοι, και έπεσε ο όλμος σε σπίτι στη γειτονιά προσήλιο, χωρίς να θέλει είναι αλήθεια, όπου βρήκε σκάζοντας τα δυο παιδιά και τα σκότωσε.
Στον Καλόγερο ξανά, ας έρθουμε, που ήταν έξω από τα σπίτια αυτά. Τον κάλεσε η οικογένεια του Ακάκιου να κάτσει να τον φιλέψουν για μεσημέρι. Είχαν ψημένο κατσίκι από το δικό τους κοπάδι.
Έβαλαν πρώτα τα 2 ζώα του να πιουν νερό και να φάνε ταΐ στο σακούλι τους το καθένα, ξεφόρτωσαν και τα σακιά να ξεκουραστούν και μετά έκατσαν γύρω από τον ξύλινο σοφρά (τον τράπεζο). Τότε έπιασαν την κουβέντα πρώτα με λίγο κρασί, ώσπου να λιανίσουν το ψητό και να το βάλουν στο σοφρά. Τους είπε ότι το Μοναστήρι έκανε ανακαίνιση και γι’ αυτό χρειάζονταν βοήθεια, και οι καλόγεροι μένουν προσωρινά στο χωριό Σαρακίνα. Ρώτησε ένας τον μοναχό πως έγινε καλόγερος κι αυτός τους είπε:
«Έγινα από ένα βαρύ κρίμα που έκανα και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ήμουνα στο Στρατό Λοχίας, Γιάννη με λέγαν τότε το κοσμικό μου όνομα, και χειρίζομαν τον όλμο, εδώ στο χωριό σας το ’49. Κι έριξα βλήμα με τον όλμο απέναντι από τη θέση που κρατούσαμε, να χτυπήσω «συμμορίτες» και το βλήμα έσκασε σ’ ένα σπίτι όπου σκοτώθηκαν δυο παιδιά(νέοι) που δε έφταιγαν σε τίποτα, Από τότε αρρώστησα, δεν είχα ησυχία, έχασα και τον ύπνο».
Οι του σπιτιού στο άκουσμα έμειναν με ανοιχτό το στόμα, λουλούϊασαν που λέμε, από την τρομερή έκπληξη. Κανένας δεν άπλωσε χέρι στο ψητό που μια γυναίκα έβαλε μπροστά τους. Τότε σαν κάτι να ψυλλιάστηκε ο Καλόγερος και δεν είπε άλλη κουβέντα. Είπε ένας του τραπεζιού: «δικά μας ήταν τα 2 παιδιά που σκοτώθηκαν».
Ο καλόγερος έμεινε αισθάνθηκε έναν σφάχτη στο στομάχι και δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια του. «Σχωρνάτε με, σας παρακαλώ, δεν τόθελα» είπε μόνο κι έμεινε να κλαίει, συντριμμένος.
Πως τόφερε η μοίρα σ’ αυτό το σπίτι να μπει μουσαφίρης ο καλόγερος, αυτός ο φονιάς των παιδιών του σπιτιού! Το ψητό έμεινε άθικτο, ώσπου ο μοναχός μάζεψε τα πράγματά του και τα ζώα κι έφυγε. Έβαλε και στα κυπριά χορτάρι στουπωμένο να μη χτυπούν, να είναι η αναχώρηση σιωπηλά, και τράβηξε από τα Μπατζιλίκια το μονοπάτι για Δεσκάτη, φεύγοντας από το χωριό Κρανιά, όπου τον κυνηγούσε σαν ερινύα το πεπρωμένο.
Στο χωριό που τόμαθαν και έγινε το θέμα συζήτησης, ο ποιητής μπάρμπα Κώστας* σκάρωσε ένα τετράστιχο, σαν χρονογράφημα τηλεγραφικό:
Λοχίας Γιάννης σκότωσε
τα παλικάρια εκείνα,
και τώρα έγινε παπάς
και ζει στη Σαρακήνα.
[*ποιητής, ο Κώστας Κατσαρός, γνήσιος λαϊκός Κρανιώτης πηγή σοφών στιχουργημάτων, κτηνοτρόφος, που έλεγε από μνήμης τα στιχουργήματά του, τα οποία μάθαινε σχεδόν όλο το χωριό, Κρανιά Ελασσόνας. Το τετράστιχο μου το είπε ο Γιώργος, δισέγγονος του ποιητή μπάρμπα- Κώστα].
(22/12/2025) Παύλος Λάλος
Πηγή: "Ελευθερία" Λάρισας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου