Σήμερα τα ορεινά χωριά έχουν καταρρεύσει από μόνιμο πληθυσμό. Πρωτογενής παραγωγή δεν υπάρχει. Η γεωργία σε πεζούλες, όπου μόνο το αλέτρι με υποζύγιο μπορούσε να οργώσει, έχει σταματήσει.
Φθίνοντα ορεινά χωριά,
Του Δημήτρη Μπούσμπουρα
Ένα κείμενο για την σχέση των γεννημένων σε ορεινά χωριά πριν το 1970, με τον τόπο καταγωγής τους Για όσους διασχίσανε πολλούς αιώνες σε λίγες δεκαετίες και βρίσκονται σήμερα μετέωροι. Ανάλογες καταστάσεις υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα σε ορεινά χωριά που χαρακτηρίζονται από πολύ περιορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες. Υπάρχει άραγε κάποια προοπτική για αυτά τα χωριά και τον πολιτισμό τους;
Όταν ένας θείος μου ρώτησε μια γιαγιά στο χωριό: «τι έγινε με τον μπάρμπα Λόλο; Τι είπε ο γιατρός;» Η γιαγιά προφανώς επηρεασμένη από το επίσημο ύφος του γιατρού λίγο πριν, απάντησε κάπως πιο επίσημα απ’ ότι συνήθως αντικαθιστώντας το σύμφωνο «τσ» με το «κ»:«Πεκιέτα στην κιουλιά και νάναι ακυνήγητος» ενώ θα ήταν φυσικό να πει: «Πετσιέτα στην τσουλιά τσιε νάναι ατσίνητος». Αυτή η προσπάθεια να είμαστε επίσημοι και ψευδείς – έξω από την πραγματική προσωπικότητά μας – φτάνει στις μέρες μας έως την επιτηδευμένη αγγλική προφορά της Ντόρας Μπακογιάννη ή του Αλέξη Κωστάλα, όταν διαφημίζει τις παραστάσεις ξένων μπαλέτων στο Ηρώδειο.
Έξι γενιές μετά από τους προγόνους μας που πολέμησαν το 1821, για να ζούμε σήμερα σε ένα ελληνικό κράτος, ήταν αρκετές για να ισοπεδωθεί, όχι μόνο η τοπική προφορά, αλλά και ο πολιτισμός που πήγαινε στο βάθος των αιώνων. Ένας πολιτισμός που σβήνει τώρα μαζί μας, καθώς είμαστε οι τελευταίοι μιας μακραίωνης αλυσίδας· οι τελευταίοι κυριολεκτικά που μάθαμε ή απλά ακούσαμε τα δημοτικά τραγούδια «της τάβλας» από στόμα σε στόμα. Στην θέση του πολιτισμού, την ενότητα του ύφους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του λαού, ήρθε η κουλτούρα, η καλλιέργεια δηλαδή ξένων προτύπων. Πέσαμε κι εμείς, όπως έγραφε ο Νίτσε για την Γερμανία 140 χρόνια πριν, «στην κατάσταση ενός λαού, ο οποίος έχει χάσει την πίστη στο παρελθόν του και έχει παραδοθεί σε μια πυρετώδη κοσμοπολίτικη επιλογή».Το αντίθετο αυτής της κατάστασης ορίζεται από τον Νίτσε ως «το ευχάριστο αίσθημα που το δένδρο αντλεί από τις ρίζες του, η ευτυχία που νιώθουμε, όταν ξέρουμε πως δεν έχουμε γεννηθεί εντελώς αυθαίρετα και τυχαία, αλλά έχουμε βγει και αναπτυχθεί μέσα από ένα παρελθόν ως κληρονόμος, ανθός και καρπός του».
Μια κατάσταση συνειδητής ή ασυνείδητης, αλλά πάντως έντονης εμπλοκής στην παραπάνω αντίθεση καθορίζει το αίσθημα των προηγούμενων γενεών που γεννήθηκαν σε χωριά και αναγκάστηκαν ή επέλεξαν να ζήσουν σε πόλεις στην συνέχεια. Αφορά κυρίως όσους γεννήθηκαν και έζησαν τα δέκα τουλάχιστον πρώτα χρόνια της ζωής τους σε χωριά, όταν η προφορική παράδοση και η ενότητα της κοινότητας ήταν τα καθοριστικά στοιχεία για την διαμόρφωσή τους. Με άλλα λόγια, αφορά όσους γεννήθηκαν πριν την εισβολή της τηλεόρασης, που πήρε την θέση του μεταβιβαστή προτύπων και φυσικά πολύ πριν την ισοπεδωτική εισβολή του διαδικτύου. Μπορούμε να τοποθετήσουμε αυτήν την περίοδο γύρω στο 1970 με ένα εύρος πέντε χρόνων πριν ή μετά, ανάλογα με την περιοχή. Έκτοτε οι αλλαγές στην Ελλάδα ήταν καθολικές προς τον νέο μαζικό καταναλωτικό πολιτισμό.