Τα πασχαλιάτικα τραγούδια της Κρανιάς Ελασσόνας, που χορεύονται (όσο οι γυναίκες κρατούν το έθιμο) για 3 μέρες Πασχαλιάς και όλες τις Κυριακές μετά, από του Θωμά ως και Πεντηκοστής, «με τα ίδια πάντοτε τραγούδια… με αργό ρυθμό… τα πιο πολλά λυπητερά» [βλ. Ελ.Ε. Λάλος, Κρανιά-Ελασσόνας ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, έκδοση 1985 (η πιο σωστή έκδοση, κατ’ εμέ, σε σύγκριση με του 2007) σελ. 497, όπου όλοι οι στίχοι, ως σελ. 504]. Ο χορός συνηθίζεται έξω από την εκκλησιά του Άη Δημήτρη (το λεγόμενο προαύλιο) και τα τραγούδια είναι μια κιβωτός ιστορίας-πίστης λαϊκής και αυτογνωσίας.
1. ΑΓΓΕΛΙΝΑ, 2. ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΣΠΩ Μ’ ΠΑΣΧΑΛΙΑ, 3. ΦΟΝΤΑ ‘ΜΑΝ ΠΑΛΗΚΑΡΙ, 4. ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ, 5. ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΛΩΝΙΑ (ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ), 6. ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ, 7. ΓΕΦΥΡΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, 8. ΚΟΡΑΣΙΟ ΕΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ, 9. ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΙΤΣΙΑ, 10. Τ’ ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟΝ ΠΟΥ ΛΕΓΕ Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΔΕΝ ΠΟΝΙΟΥΝΤΑΙ, 11. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ, 12. ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ (Άλωση της Πόλης), 13. ΕΨΕΣ ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ, 14. ΚΑΚΟΣ ΘΡΗΝΟΣ (ΛΥΚΟΣ παιδάκι άρπαξε), 15. ΛΑΛΗΣΕ ΚΟΥΚΕ Μ’, 16. ΚΑΤΩ ΣΤΑ 5 ΜΑΡΜΑΡΑ, 17. ΕΓΩ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΟΜΩΖΑ (= ορκίστηκα), 18. ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΡΑ ΚΙΝΗΣΑ… ΝΑ ΒΡΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ, 19. ΤΩΡΑ ΣΙΜΑ ΤΗΝ ΠΑΣΧΑΛΙΑ, 20. ΜΑΣ ΝΥΧΤΩΣΕ ΜΑΣ ΒΡΑΔΙΑΣΕ, και για το τέλος του χορού 2 τραγούδια Α) ΣΤΗΝ ΑΛΑΣΣΟΝΑ ΤΖΙΑΝΩ Μ’ ΚΙ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ (ΓΙΑ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ-ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ), Β) ΣΥΜΠΕΘΕΡΙΑΖΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ.
Εδώ θα σχολιάσω το υπ’ αριθμόν 14 (σελ. 502), ως τραγούδι που ενώ περιγράφει μία σπάνια αρπαγή παιδιού από λύκο, καταλήγει σε κοινωνική κριτική για την αδικία να κλέβεις όταν πουλάς σιτηρά (το πιο πολύτιμο κι αναγκαίο υλικό για την παρασκευή του ψωμιού, τη βασική τροφή για επιβίωση των αγροτοκτηνοτρόφων, σαν της Κρανιάς) και μετά το κρασί. Ο ανώνυμος ποιητής-τραγουδοποιός αρχίζει με το τι γίνεται στα σπίτια του Γιάννακη, «θρήνος μεγάλος», ο πληθυντικός «σπίτια» δείχνει πλούσια οικογένεια. Ο θρήνος ακούγεται δυνατά και αναρωτιέται ο ποιητής, «μήνα (= μήπως) βουβάλια σφάζονται, μήνα θεριά μαλώνουν», ένα συνηθισμένο σχήμα λόγου στα δημοτικά άσματα, που ανεβάζει την ένταση. Κι απαντά ο ίδιος ποιητής: «Ούιδε» = ούτε, το ένα ούτε το άλλο. Γίνεται «θρήνος» που ένας λύκος «άδραζε» (= άρπαξε, ρήμα δράττω-αδράττω, αρχαιοπρεπές, απολίθωμα γλωσσικό) ένα παιδί από τα χέρια της μάνας του.
Πολλοί «χίλιοι» πεζοί και καβαλαραίοι κυνηγούν τον λύκο, μαζί τρέχει και η μάνα του παιδιού (πατέρας δεν αναφέρεται) παρακαλάει τον λύκο να το αφήσει «άλλο παιδί δεν έχω» λέει. Και τότε μιλάει το παιδί (κι ας βρίσκεται στα δόντια του άγριου ζώου – φυσιολογικά αδύνατο, αφού ο λύκος με το δάγκωμα θα το είχε θανατώσει) είναι μια ποιητική επινόηση. Λέει τη μάνα του να θυμηθεί που όταν πουλούσε, στη μεγάλη ακρίβεια, «γέννημα» (= σιτηρά), χρησιμοποιούσε ξίγκικο ή αξίκικο ταγάρι, κλέβοντας τους φτωχούς, και ξίκικο καντάρι για ζύγισμα του κρασιού (γυναίκα έμπορας). Το κλέψιμο στο ζύγι, εκτός από δικαστικά κολάσιμη πράξη, είναι ένα από τα αμαρτήματα (κατά τον χριστιανισμό), που, όμως, συνεχίζεται στο εμπόριο 2.000 χρόνια μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού. Όμως, όταν ήταν και έτος με σιτοδεία – με λιμούς, η νοθεία στο ζύγι ήταν εγκληματικό, κατά τους φτωχούς, αλλά οι πλούσιοι είχαν τη δική τους λογική. Ο λύκος στο τραγούδι παίζει τον ρόλο της θείας Δίκης, που τιμωρεί την πλούσια μάνα, που έκανε νοθεία, το παιδί της της το λέει κι ίσως ήταν τα τελευταία λόγια του, γιατί και να σκότωσαν τον λύκο το παιδί δε θα γλίτωνε.
Στην Κρανιά λένε «λυκοφάγωμα» αυτό που τρώει-δαγκώνει ο λύκος και επιβιώνει λυσασμένο, αλλά και μεταφορικά την ανάποδη γυναίκα. Υπάρχουν δε και 3 οικογενειακά επίθετα με το πρώτο συνθετικό Λυκο: Λυκοκώστας – Λυκογιάννης – Λυκοστράτης.
Το τραγούδι (με την ιδιωματική λαλιά):
Θρήνους μιγάλους γένουνταν (δις) στου Γιάννακη τα σπίτια. / Μήνα( = μήπως) βουβάλια σφάζουντι (δις) μήνα θηριά μαλώνουν; / Ν’ ουϊδέ βουβάλια σφάζουντι (δις) ν’ ουϊδέθηριά μαλώνουν, / λύκους πιδάκιάδραζει (δις) π’ της μάνας του τα χέρια. / Χίλιοι πιζοίτουν κυνηγούν (δις) πιζοίκαβαλαραίοι, / κι η μάνα πόχει του πιδί (δις) σιμά -κουντά*πααίνει. / -Άφσι μι λύκι του πιδί (δις) άλλου πιδί δεν έχου. / Κι του πιδάκιλάλησει (δις) που του λύκου τα δόντια. / -Θυμάσει μάνα μ’ θύμασει (δις) μι τη μιγάλη ακρίβεια / φόντας (=όταν) πουλούσεις γέννημα (δις) μ’ αξίκικου ταγάρι; / Φόντας πουλούσεις του κρασί (δις) μ’ αξίκικου καντάρι; / Και μ’ έταξεις μανούλα μου (δις) στου λύκου να μη φάει;
ΣΗΜ. *αξίκικο = πειραγμένο, λειψό σε βάρος-ποσότητα, με κλέψιμο στο ζύγισμα.
*ταγάρι = μέτρο βάρους-όγκου, ίσο με 10 οκάδες, η οκά = 1.200 γραμμάρια του σημερινού κιλού. Το ταγάρι αυτό δεν είναι το υφαντό σακούλι (ταγάρι), αλλά δοχείο ειδικό, με το οποίο μετρούσαν και το πόσο χωράφι σπέρνεις, αλλά και το μέτρημα της δεκάτης φόρος που πλήρωναν στον Τούρκο Σπαχή-τιμαριούχο.
*σιμά-κουντά = σχήμα λόγου, συνηθισμένο στην Κρανιώτικη ντοπιολαλιά: και μεταφορικά «σιμά-κουντά θα σι πληρώσει».
*Καντάρι = το εργαλείο ζυγίσματος που κρέμεται από χοντρό ξύλο που στηρίζουν 2 άντρες στους ώμους από τη μια άκρη και την άλλη, για ζύγισμα σε βαριά πράγματα.
Από τον Παύλο Λάλο
(δημοσιογράφο σε σύνταξη)
Πηγή: Ελευθερία Λάρισας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου