Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Διήγημα: "Ποιμενικά Προβλήματα"


Φωτογραφία από το "πανηγύρι" της εποχής, την εθιμική ιεροτελεστία ενός γάμου στην Κρανιά Ελασσόνας


Με τον κ.Χαράλαμπο Ν. Αναστόπουλο, τον συγγραφέα του παρακάτω διηγήματος, γνωριστήκαμε αναπάντεχα πριν από τρία χρόνια. Αφορμή στάθηκε ένα άρθρο που είχα γράψει τότε απαντώντας στις θέσεις ενός μητροπολίτη της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ο κ.Χαράλαμπος διαβάζοντας το άρθρο στο διαδίκτυο μου απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα: "ΕΠΙΚΡΟΤΩ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ Χρήστο για το "γράμμα" σου στον Σεβασμιότατο Χ, που παραμένει κλεισμένος στη"μπούργκα" που του φόρεσε το σύστημα...Ο Χριστός είναι πολύ μακρυά. Ίσως να τον έχουμε καταχωνιάσει στις βαθιές τσέπες των ράσων μας. Κάτι σαν αναπτήρας ή στυλό... Ιδιοκτησία μας! Αλίμονο...Με εκφράζεις απόλυτα, γι' αυτό σου απαντώ, τώρα που εντόπισα το γραφτό σου...Ψάχνοντας για το Αργυροπούλι Λαρίσης, προς αναζήτηση πληροφοριών, έπεσα απάνω στο κείμενό σου που απετέλεσε αφορμή για την γνωριμία μας".
Έτσι λοιπόν, γνωριστήκαμε με τον κ.Χαράλαμπο, 72 χρονών σήμερα, με σύζυγο, τρία παιδιά και εγγόνια, δικηγόρο στην Αθήνα, στο "λεκανοπέδιο της Αφρικής", όπως χαρακτηριστικά συνηθίζει να λέει ο ίδιος, με καταγωγή όμως από την Γορτυνία. Από την δεκαετία του 1960 ο κ.Χαράλαμπος ψάχνει για τον αδερφό της μάνας του, του οποίου τα ίχνη χάθηκαν το Σεπτέμβριο του 1946 στο Αργυροπούλι Λάρισας εν μέσω του απάνθρωπου και αδελφοκτόνου εμφύλιου πολέμου. Αλλά ας δούμε πώς ο ίδιος, ο κ.Χαράλαμπος Αναστόπουλος γράφει για το γεγονός στο Αργυροπούλι: "Την παιδική μου ηλικία την έχει σημαδέψει οδυνηρά  ο θάνατος του αδερφού της μάνας μου στο Αργυροπούλι Λαρίσσης, Σεπτέμβρης του 1946, στον Εμφύλιο σπαραγμό.
Ονομαζόταν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ και ήταν Λοχίας έφεδρος του Τακτικού Στρατού, μοναχογυιός με πέντε αδερφάδες. Βρήκε το θάνατο αμυνόμενος στο Δημοτικό Σχολείο
Αργυροπουλίου Λαρίσης, που ήταν δίπλα από το σταθμό Χωροφυλακής, ο οποίος αποτελούσε τον στόχο του Δημοκρατικού Στρατού.
Προ ετών, επισκέφθηκε επαγγελματικά το γραφείο μου,  ένας επιχειρηματίας από το Αργυροπούλι,  που μου διηγήθηκε το Ιστορικό ως εξής: Οι Χίτοχωροφύλακες δολοφόνησαν στο Αργυροπούλι, τον αδερφό δύο ανταρτών καπεταναίων εντελώς αναίτια -ως συνήθως...- προφανώς  για να βαθύνουν το εμφύλιο μίσος και να γενικεύσουν την αδερφοσφαγή. Τα αδέρφια του,  ως ήταν φυσικό, αντιδρώντας  επετέθησαν κατά του σταθμού της Χωροφυλακής που είναι δίπλα από το σχολείο, στο οποίο εντελώς συμπτωματικά  εστρατωνίζετο για μία βραδυά, την μοιραία, η διμοιρία του εν λόγω θείου μου.
Ο φονευθείς, υπήρξε  χαρισματικός και ευλογημένος  άνθρωπος,  με  Χριστιανική Αγωγή και Πατριωτικό πνεύμα.  Αρχάγγελος. Αγιώργης !
"Σα να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας, σα να μην είχαν γίνει ακόμα τα μαχαίρια."... 
Προέτρεψε τον επικεφαλής Λοχαγό να κάνει χρήση της καπνοβομβίδος για να σωθούν οι υπόλοιποι και αυτός προσπάθησε να παραδοθεί, αλλά τραυματίσηκε και μετά εσφάγη από τους "αντιπάλους" του.
Έτσι μάθαμε.
 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : ΟΜΙΧΛΗ  ... ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΟΥ ΤΟΝ ΘΑΨΑΝΕ.
ΠΟΙΟΣ ΤΟΝ ΕΘΑΨΕ ΚΑΙ ΑΝ ΤΟΝ "ΔΙΑΒΑΣΑΝΕ" ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ....
Ο φονευθείς, συνελήφθη από τους Γερμανούς, ως δόκιμος Χωροφύλακας στην Κρήτη και μετεφέρθη στην Ιταλία ως αιχμάλωτος πολέμου.
Μετά από δύο χρόνια επιστρέφει στο χωριό, με πλούσια εμπειρία ζωής, με χιλιάδες χιλιόμετρα ταξείδι με το Ιταλικό τραίνο που έκανε πάνω κάτω την Ιταλία το "γύρο του θριάμβου"  με ... δανεικούς αιχμαλώτους...με τις Ιταλίδες να τους δίνουν νερό και να τους λένε "μπόνα λιμπερτά", με τους αιχμαλώτους να προκαλούν άφοβα , με απρεπείς χειρονομίες τους παρατεταγμένους σε κάθε Σιδηροδρομικό Σταθμό ,πανηγυρίζοντες Φασίστες. 
Γύρισε  με τον αέρα του υπέροχου νικητή Λαού, και μας χάρισε στην οικογένεια, τούτη την αγιασμένη ανάμνηση:  πίναν με τον μακαρίτη τον πατέρα μου το κρασί του καλωσορίσματος και ... της λευτεριάς του, όταν αυτός δακρυσμένος, αφού έχυσε  στο χώμα το κρασί που αναλογούσε στους πεθαμένους μας, ζήτησε από τον πατέρα μου και έκαναν όρκο πως "αν δε λεφτερωθεί η Πατρίδα, κρασί δεν θα ξαναπιούμε"...

Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν ήταν τελείως ακατάλληλος για Χωροφύλακας, αφού δεν είχε καταταγεί στα τάγματα Ασφαλείας και - ακόμα χειρότερα- είχε  και πνευματικές ανησυχίες.
Τον έντυσαν φαντάρο και τον έστειλλαν να σκοτώσει Έλληνες και να σκοτωθεί.
- Περί το 1965 έκανα απόπειρα στη Λάρισα στην έδρα της 1ης  Στρατιάς, να βρω τον τάφο του. Γραφειοκρατική φρίκη. Σα να τους μίλαγα για σκυλί που το πάτησε αυτοκίνητο..

Αδερφέ Χρήστο, πιστεύω να κατάλαβες ότι δεν μνησικακώ για τους "αντιπάλους" κ.λπ.
Και αυτών τα κορμάκια μείνανε άταφα , ποιός ξέρει πού... Για ένα τίμιο αγώνα, για ένα όνειρο άπιαστο όπως αποδείχθηκε.

Ας μας γενεί λιγάκι ο Ελύτης αρωγός: 

"Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, νά σε, στα Στενά!
Μοίρα των αθώων,  είσαι η δική μου μοίρα." 

"Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν. 
Τ΄αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
πού να βρώ την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ..." 

'Ώ πικρές γυναίκες με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
που σιμά στη βρύση δίνατε να πιούνε 
 στ΄αηδόνια των αγγέλων. 
Έλαχε να δώσει και σε σας ο Χάρος 
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ΄τα πηγάδια,  τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων..."

- Μετά από έρευνα που κάναμε με την καταλυτική βοήθεια του συμπατριώτη και φίλου, Γιώργου Ι. Μπαλή, σύμφωνα με πηγές, τα "αδέρφια" αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν σε παρολύμπιο χωριό της Ελασσόνας, όπου τελικά βρήκαν τραγικό θάνατο ρίχνοντάς τους μέσα σε ασβέστη.
Ο κ.Χαράλαμπος Ν. Αναστόπουλος μέσω και της σελίδας μας παρακαλεί όποιον φίλο, συμπατριώτη γνωρίζει οτιδήποτε για το γεγονός καθώς και για το μέρος στο οποίο ετάφησαν τα θύματα να του αποστείλει μήνυμα στο email: ch.anastop@gmail.com
Στο διήγημα "Ποιμενικά Προβλήματα", που ακολουθεί, ο κ.Χαράλαμπος Αναστόπουλος με γλαφυρό τρόπο εξιστορεί μια πραγματική ιστορία σαν αυτές που πολλοί και από το χωριό μας έχουν ζήσει. Πολλοί αναγνώστες/τριες θα δουν, ίσως, τον εαυτό τους πριν χρόνια στην Κρανιά και θα ταυτιστούν απόλυτα με τους ήρωες του διηγήματος. Η τραγικότητα, αλλά και η αισιοδοξία και η χαρά συνυπάρχουν και δένονται αρμονικά στο υπέροχο αυτό διήγημα το οποίο γέμει από εικόνες υπαίθρου. Πριν λίγα χρόνια ο κ. Χαράλαμπος Αναστόπουλος κυκλοφόρησε το θαυμάσιο μυθιστόρημα-με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία- "Όδεβε βου" από τις εκδόσεις "Captain book". Η συγγραφική του πένα προβληματίζει, αναπαύει και λυτρώνει.
Ευχαριστώ ολόψυχα τον κ.Χαράλαμπο τόσο για την γνωριμία μας και το ήθος του προσώπου του, που πραγματικά διδάσκει, όσο και για την αποστολή του διηγήματος και την άδειά του να το δημοσιεύσω. Εύχομαι επίσης η έρευνά του για τον πολυαγαπημένο του θείο σύντομα να φέρει περισσότερα αποτελέσματα. 

Χρήστος Γκουνέλας, θεολόγος

Ακολουθεί το διήγημα: 
"ΠΟΙΜΕΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ"
Άμα βλέπω ανθρώπους να χαζογελάνε και να αρκουδοχορεύουνε  βλέποντας χιόνι, με πιάνει κάτι σα θυμός, σα μελαγχολία ανάκατη με νοσταλγία…
Όλα μαζί και μπερδεμένα…
Σαν ταινία του Αγγελόπουλου,  περνάνε κοντινά και μακρυνά πλάνα, με  ή χωρίς χιόνι, ζα κι ανθρώποι και κλαριά και βουνοκορφές του ξερότοπου που μεγάλωσα.
Σαν όνειρο…

Κλείνω τα μάτια και μπαίνω μέσα στο «έργο» ,θεατής και πρωταγωνιστής αντάμα. Αξεχώριστα.
Είμαι λέει μαμούρι της Πέμτης Δημοτικού, λίγο πριν τη Χούντα…
Οι «πάψεις» του σχολείου για του Χριστού, κοντεύουνε να τελειώσουν και καρτερώ την ώρα και τη στιγμή πως και πως. Να ανοίξει το Σχολείο. Να ξανασμίξω με το Δάσκαλό μου. Το Δάσκαλο που μ΄αγάπαγε και που κάθε τόσο με παίνευε και μούδινε  θάρρος.  Παράξενος Δάσκαλος….
Θες από διαστροφή, θες από φιλότιμο, εκείνο τον καιρό το σχολείο με τράβαγε σαν τόπος χαράς και δημιουργίας 
Αλλά και ξεκούρασης…
Ο κύριος Κώστας ο καινούριος μας Δάσκαλος, μας είχε Πέμπτη και Έκτη μαζί.
Το σχολείο πάνω από 70 παιδιά. Στο σχόλασμα γιόμιζε η πλατεία του Χωριού  «παιδολάσι».. Μοσχοβόλαγε το χωριό «γράμματα».
Έτσι λέγανε  κρυφοκαμαρώνοντας οι γριές και οι γέροι του Χωριού μας,  τάχαμου τάχαμου ενοχλημένοι από τις φωνές μας..
Ο καλός μας ο  Δάσκαλος δε  μπόρηγε να κρύψει την αγάπη του για τους μαθητές, πίσω από την Δασκαλίστικη  αυστηρότητα.
Η ψυχή του μικρού παιδιού τα πιάνει στο φτερό τα μηνύματα εφτούνα. Δε μπορείς να του κρυφτείς.
Μας φόρτωνε όμως δουλειά για το σπίτι αβέρτα, χωρίς να λογαριάζει τις δουλειές που μας περιμέναμε στα αρχοντικά μας  καθημερινά: άλλος πρόβατα κι αρνιά, άλλος γίδια και μαρτίνες γίδες και κατσίκια ,άλλος με τα γαϊδουρομούλαρα για βοσκή και ξύλα από το βουνό, άλλος λάχανα για τον τέντζιερη… Στασιό δεν είχαμε ολημερίς. Όσο φώταγε. 
Δεν ήξερε ο κύριος Κώστας , πως γεννιόμαστε με καθήκοντα και ρόλο στα «δρώμενα» του  στερημένου σπιτιού μας.
Έβλεπε εκείνο το  ανέμελο και επιθετικό χαμόγελό μας , εκείνη την ευλογημένη ανεμελιά της παιδικής μας  αθωότητας που την κάθε δυσκολία τη δεχότανε σα φυσικό φαινόμενο  που έπρεπε οπωσδήποτε να το ξεπεράσουμε και να προχωρήσουμε μπροστά…
Ζα κι ανθρώποι το ίδιο. Ευτυχισμένοι με ένα  σπυρί χαρά. Όλα από λίγο. Τα γευόμαστε  αδιαμαρτύρητα πικρά και γλυκά μαζί…
Εκείνοι οι Χειμώνες Παναγία μου…
Χιόνια και πάγοι και δρολάπια και κρύο να σου περονιάζει τα κόκκαλα… Λησμόνηγε ο Θεός να σταματήσει το κρύο και το χιόνι ,σάβανο λευκό που πλάκωνε τη φύση ολόκληρη και τρομοκρατούσε ζα κι ανθρώπους.. Ένα μπόϊ. 
Έχανες τον προσανατολισμό σου από το πολύ. Οι μεγάλοι ανοίγανε με τα φτυάρια  τον «κοπνό», το δρόμο για να περπατήσει ο άνθρωπος και τα ζωντανά του.
Έμοιαζε με τα χαρακώματα του πολέμου έτσι που  σκέπαζε το μπόϊ σου παιδί πράμα.
Ο κυρ Πατέρας μου νόγαγε από δυσκολίες και φρόντιζε έγκαιρα να μετακινήσει το κοπάδι μας 50-60 ψωροπροβατίνες, στέρφες και γαλάρες- στα κατώμερα ,στα γούπατα του Ζευγολατιού που δεν έρρινε και τόσο πολύ χιόνι.
Αλλοιώτικα θ΄αφανιζότανε το κοπάδι από την πείνα του χιονιά, αφού φάγνα δεν ύπαρχε για πάνω από δυό τρεις ημέρες. Το λίγο χορτάρι –«στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη»- του μίζερου τόπου μας , το κουκούλωνε ζηλότυπα  ο ύπουλος και αμείλικτος  χιονιάς.
Τα πήγαινε στου Παππούλη μου τον Αντρέα, πόχε καλύβι και υποστατικό εκείθενε… 
Το΄στρωνε αλλά δεν το κράτηγε για πολύ , ώστε μπορήγανε τα ζωντανά μας να  τσιμπολογήσουνε λίγο χορτάρι  στα άσπαρτα, ή λίγο γρασίδι κοντά στον σπιτότοπο, ξεπίτηδες σπαρμένο για την περίσταση.
Εκεί έβγανε το πολύ ζόρικο κρύο –δέκα δώδεκα ημέρες εκείνη τη χρονιά-ο Πάνος ο πατέρας μου με τα ζωντανά μας και η  Τσέβω η μάννα μου κάθε τόσο τον εφοδίαζε   με ψωμοτσάρουχα κι αλλαξιές σκουτιά πλυμένα και καθαρά.

Εκείνη τη φορά ο Κύριός μας ,μας φόρτωσε μ΄ένα σωρό προβλήματα «Αρθιμητικής» για τις διακοπές, λες και δεν είχαμε και μεις δικαίωμα στο παιγνίδι και την ανεμελιά των  γιορτινών ημερών, όσο μας το επέτρεπαν τα καθημερινά καθήκοντα της οικογένειας και του σπιτιού μας..
Η ανάγκη φιλότιμο όμως.
Μαζευόμουνα μοναχός μου  δίπλα στη φωτογωνιά, με το τζιάκι  να τρώει αχόρταγα τα λιγοστά ξύλα της αυλής μας και να ζωγραφίζει στα  γυμνά μου καλάμια  τις πιό ωραίες «κεραμίδες» … Απόδειξη  ότι για να διώξω το κρύο «καβάλαγα» τη φωτιά  … «Μπροστά πύρα και πίσω κλαδευτήρα…» αφού τα σπίτια μας μπάζανε το δυνατό κρύο  από παντού.
Ευτυχώς που είχαμε επιτέλους ηλεκτρικό και είχαμε καταργήσει την «Καλόγρια», την ψευτόλαμπα του πετρελαίου με το φυτίλι που αχνοφώταγε τα σκοτάδια μας…
Μια σταλιά μαμούρια, να λύσουμε πολύπλοκα προβλήματα «Αρθιμητικής» μοναχά μας, χωρίς καμία βοήθεια…
Έκανα «νόμο τρόπο» όμως και σιγά σιγά,ένα ένα τα έλυσα .
Εκτός από ένα…
Του διαβόλου το πρόβλημα. 
Τι με «απλή μέθοδο των τριών», τι με «αναγωγήν εις την μονάδα» … Τίποτα μπίτη…
«Ένας έμπορος…» και πίσω πάλι από την αρχή, «ένας έμπορος» και δώστου κι άλλος «ένας έμπορος» , αλλά το πρόβλημα άλυτο…
Τι θα μού λεγε ο κύριος Κώστας; «Γιάννη είσαι  μπίτη μπαταβό; Εσύ τέκνον  Βρούτε;» 
Πώς να πάου στο Σχολείο με τον έμπορο κρεμάμενο στη θολωμένη μου σκέψη;  Εγώ ; 
Δε μ΄άφηνε ο εγωϊσμός μου. 
Απέ κιόσανε οι μέρες των διακοπώνε, μαζεύτηκε ο καιρός της φωτογωνιάς και το Σκολειό όπου νάναι θ΄άνοιγε…
Απελπισία μου και απόγνωσή  μου..
Τι γας είχα και τον κυρ Πατέρα μου να το κουβεντιάσουμε το  θέμα… Είχε κολλήσει στο Ζευγολατιό με τις ψωροπροβάτες μας και δεν έλεγε να γυρίσει. Οι δρόμοι κλειστοί και τα μονοπάτια  άφαντα. Χιόνι απάνου στο χιόνι , ώσπου σκεπάστηκε η πλάση ολόκληρη. 
Έσφιγκε ο καιρός και οι διακοπές  τελειώνανε.
Απολπίστηκα μπίτη το κακόμοιρο και τα ματάκια μου τρέχανε το δάκρυ κοκκορόβι μπροστά στο αδιέξοδο..
Με αγροίκησε η νόνα μου η Μαρίνα  πόκλαιγα και με σφίγγει αγκαλιά  με τρυφεράδα και ανησυχία:
-Γιαννάκο μου καλώς μου το ,τι έπαθες μάηκο; Γιατί κλαίς; Δεν έγινε και τίποτα που δεν έλυσες το ένα πρόβλημα. Έλυσες ούλα τ΄΄αλλα. Άλλο παιδί δεν θ΄άχει λυμένο κανένα … Μη γκάνεις έτσι φουλάκο μου… Μη γκλαίς. Σύρε και τράβα στο νουνό σου το Χρήστο στο μαγαζί του,  να σε βοηθήκει. Πόναι έμπορας και ξέρει.
Η αγκαλιά εφτούνη της νόνας μου, με γλύκανε, με γαλήνεψε κάπως, και με έκανε να καταλάβω γιατί αντί για νόνα την έλεγα «Μαννούλα»… «Του παιδιού μου το παιδί, τόχω δυό φορές παιδί…»  Η Μαννούλα μου λοιπόν εφτούνη , μου γαληνεύει  ακόμα και  σήμερα την ψυχή…Θεός να την αναπαύει την ψυχούλα της .. Τη Μαρίνα με τ΄όνομα. Το Στρατηγό του σπιτικού μας.

Απέ εδιάκα που λέτε με ελπίδα στο νουνό μου το  Χρήστο τον «έμπορο», στο δυστυχισμένο μπακαλικάκι του. Από πρόκες  μέχρι  σαρδέλλες και τετράδια και ασπιρίνες… Σούπερ…
Αμ δε… Το πρόβλημα παραμένει … πρόβλημα…
«Ένας έμπορος» κι άλλος «έμπορος» και πάλι μάτα «ένας έμπορος»,αλλά το πρόβλημα άλυτο και για τον … μεγαλέμπορο  το νουνό  μου τον Χρήστο…
Πίσω κλάηματα και θρήνος  και κοπετός… 
Εγώ να πάου σχολείο με το πρόβλημα άλυτο; Και ο Κύριός μας τι θα μούλεγε άραγε; «Μπράβο κύριε Γιάννη; Συγχαρητήρια; Από σένα δεν το περίμενα…»
Πισάγναρο για το σπίτι ,τα μάτια τρέχοντας καυτερά δάκρυα, χωρίς να χαμπαριάζω το κρύο φαρμάκι που μου είχε γκαργκανιάσει τα χεράκια μου που κρατήγανε το τετράδιο με του διαβόλου το πρόβλημα…
Μπαίνοντας σπίτι μας, με βλέπει η Τσέβω η μάννα  μου  πούχε γυρίσει από τον κήπο μας με την ράσινη ποδιά της γιομάτη ημερολάχανα . 
Είχε ξεχιονίσει το σημείο με το φτυάρι  και έκοψε δυό τρία  με το γουλί τους, για να τα ρίξει στον τέτζιερη με λίγο χοιρινό πούχε μείνει αμαγείρευτο από τις γιορτές. Το υπόλοιπο το είχαμε κάνει παστό και το είχαμε  στις λαϊνες για  τους μήνες μέχρι την επόμενη γουρνοχαρά. Κανας  ξένος, καμιά γιορτή κανα  πεσκέσι…
Αντί να μορώσω  και να σταματήσω τα κλάηματα, τα δυνάμωσα μόλις την είδα να με  τηράει ανήσυχη κι αλαφιασμένη έτσι πούειμουνα ,με την κλαημένη φάτσα μου. Πετάει χάμου τα λάχανα, βγάνει την χιονισμένη ποδιά της κι ανοίγει διάπλατη την αγκαλιά της. Η μάννα μου η Παρασκευή, η Τσέβω με τ΄΄ονομα. Λιμάνι μου κι αγκαλιά  μου κι απαντοχή και παρηγόρια μου…
Όσο με χάϊδευε και με παρηγόρηγε, τόσο έσκουζα, να ξελευτερωθώ από το βραχνά  που με τυραννούσε. Το ΠΡΟΒΛΗΜΑ… 
-Νάητανε   εδωπά κι ο πατέρας μου ρε μάννα  θα με βόηθαγε λιγούλι. Ξέρει καλά αριθμητική…
Με κοίταζε με  λατρεία ανάκατη με ανησυχία , μου σκουπίζει  με την άκρη της μπόλκας της τα δάκρυα, με φίλησε  αμέτρητες φορές στο πρόσωπο και στο κεφάλι μου, με ένιψε με χλίο νερό από το  χαλκωματένιο τσουκάλι που παράστεκε στη φωτογωνιά ημερολάσια και μου λέει με αποφασιστικότητα αρχηγού:

-Σήκω τώρα ρε, να πάμε εμείς στον πατέρα σου. Σήκω. Φέγουμε. Τώρα εδωπά θα πάμε. Μη γκλαίς.
-Στο Ζευγολατιό ρε μάννα;
-Στο Ζευγολατιό, γιατί; Τι είμαστε εμείς; Ζάχαρη να λιώσουμε;
Θα πάμε να κάνουμε τη δουλειά μας.  Αφού έχουμε το ΠΡΟΒΛΗΜΑ.
Απε μου βγάνει από την κασσέλα κάτι βαρηά σκουτιά και με νταίνει καλά καλά , με κουκουλώνει στο κεφάλι  με μια μάλλινη  παληοφανέλα του πατέρα μου, βγάνει από το κατώϊ τον Αράπη το μουλάρι μας, το στρώνει, περνάει την κολλαρίνα, σφίγγει προσεχτικά  την ίγκλα , με καβαλάει διχάλα στο σαμάρι, αρπάζει το σκοινί της καπιστριάνας του Αράπη και «δώθε πάνε οι γι άλλοι» που λένε.
Γραμμή για Ζευγολατιό, που μας περιμένει η λύση του ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ…

Το χιόνι μέσα στο χωριό, πάνου από ένα γόνα και  παγωμένο…
Προπορεύεται η  Τσέβω η μάννα μου με τα βακέτινα ποιμενικά ….γοβάκια της (βακέτα με σόλα από λάστιχο αυτοκινήτου … αλεξίσφαιρα…) να τρίζουνε πατώντας το απάτητο παγωμένο χιόνι και το ποδαράκι της,  βούλιαγε  ίσιαμε τη γλιτσινάρα. 
Ο Αράπης μας , άφησε στην πάντα τους αρχικούς δισταγμούς του,  αφού συνήθισε το άσπρο του χιονιού που σκέπαζε ούλη την πλάση, βλέποντας τη μάννα μου να  πορεύεται αποφασιστικά ανοίγοντας δρόμο.
Ανοίγοντας δρόμους  καλλίτερα…
Δρόμο στον Αράπη το μουλάρι μας και δρόμο σε  μένα  το παιδί της. Για να αλλάξω τη μοίρα μου με τα  γράμματα που θα με διώχνανε από τη μιζέρια του ξερότοπου του χωριού μας. Για να λύσουμε το ΠΡΟΒΛΗΜΑ…

Είχε η Τσέβω η μάννα μου, μια περίεργη σχέση με τα γράμματα.
Μια λατρεία ανάκατη με θυμό και παράπονο, αφού καλά καλά δεν πρόλαβε να βγάλει τη Δευτέρα  και τη σταματήσανε. Τη  στείλανε στα «πράματα» στα βουνά και στις ερημιές κι όχι στα γράμματα στο σχολειό…
 Ήτανε βλες τσιούπα κι όχι παιδί… Τι τα θέλουνε οι τσιούπες τα γράμματα;
Ποτές της δεν τους συχώρεσε τους γονείς της…
Τι θα παθαίνανε αν μάθαινε  δύο άλφες γράμματα παραπάνου; Θα ψοφάγανε τα πράματα; 
Τι γας δεν ύπαρχαν νοματαίοι να ντα  φυλάξουνε; Η Τσέβω ήτανε ο τσέλιγκας, κουνούσβελλο οχτώ χρονώνε;
Γιατί να μείνει ξύλο απελέκητο , που  να  μη μπορεί ούτε τ΄ονομά της να γράψει τώρα και να τρέμει το χεράκι της άμα πιάνει μολύβι. Από τη ντροπή της…
Τόλεγε μέχρι πούκλεισε τα  ματάκια της. Πικρό το παράπονό της…

Ησυχία απόλυτη και του τάφου σιωπή , ούλο το χωριό…
Ο ουρανός κρυμμένος πίσω από μια  χαμπηλή μαυρίλα και καταχνιά που υποσχότανε  ακόμα κι άλλο χιόνι. Κρυμμένος κι ο ήλιος ,μ΄όλο που κόντευε μεσημέρι. Και η πλάση πέρα για πέρα ολόκληρη,  σεντονιασμένη για τα καλά από το χιόνι τόσων ημερώνε…
Η μάννα μου είχε καταστρώσει νέο σχέδιο πορείας ,αφήνοντας τον κανονικό   δρόμο που πέρναγε από τα Καλύβια , διαλέγοντας το περικοπό μέσω  Λιούγκας. Διαβήκαμε του Σπέζη , Φώτη χωράφι, Ρηγόπουλου χωράφι και το χιόνι ούλο κι αυγάταινε . Αυγάταινε πολύ, όχι αστεία…
Φτάνουμε στη Σαμπουντάναινα πόνε της Τάσιως το χωράφι και το χιόνι έφτανε  μέχρι τα πρώτα παϊδια του σαμαριού του Αράπη μας. Σκέπαζε τη μισή μπροστέλλα του σαμαριού δηλαδή, λίγο παρακά από τη λαιμαριά. 
Ο Αράπης τά΄φτυσε  που λέμε σήμερα. Κιότεψε το ζωντανό. Κοτζιάμ μουλάρι δυνατό και καλοταϊσμένο. Τράβαγε μεγάλο ζόρι.
Αρχινάει να χιονίζει πίσω. Ξαφνικά.
Κάτι σκαμαντζίδες θερίες σαν πατσιαβούρες,  πέφτανε αναώς και σου φαινότανε μέσα στην απόλυτη σιωπή, ότι τις άκουγες να κάνουνε παφ πουφ παφ,  πέφτοντας στο παγωμένο τοπίο…
Εγώ πάλαιβα να κρατηθώ από τα μπροστινά κολιτσάκια του σαμαριού για να μην πέσω, σε κάθε προσπάθεια του Αράπη να ξεπεράσει τα δύσκολα σημεία. Τα χεράκια μου είχανε γκαργκανιάσει μπίτη από την παγωνιά και τα  παπούτσια μου- κάτι αρβύλες παιδικές βακέτινες με προκαδούρα απου κα, να προστατεύει τις σόλες από τις πέτρες και την φθορά-είχανε γιομίσει χιόνι.
Απε αρχινάει κι ένας διαβολεμένος  αέρας που μας στράβωνε μπίτη και μας  επούμωνε την ανάσα.

 Σκεβόμουνα μέσα μου την τόση αγάπη της μάνας  μου ,που είχε νικήσει τη λογική και το φυσικό της φόβο  για την κακοκαιριά και τα προβλήματα της διαδρομής αυτής, μόνο και μόνο για να με καλοκαρδίσει και να βρούμε  μαζί τη λύση στο ΠΡΟΒΛΗΜΑ…
Πολλές φορές μέσα μου είπα να προσευχηθώ, να γυρέψω από την Παναγία –Μάνα κι αυτή – να βοηθήκει και να βάλει ένα χεράκι στην περίσταση, αλλά δε μου πήγαινε,γιατί τηνε ντρεπόμουνα που πήγα να ντης πάρω πίσω τις καραμέλες που της είχα  χαρίσει πριν κάτι μήνες στο Σπίτι Της.
 Μια ημέρα πόκανε κατακλυσμό και έρρινε ο Θεός με το Θεό, με το Θεό να ρίνει  αστραπές αβέρτα, λες και είχε βγει για κυνήγι, και με το Χελμό  «ν΄΄αχει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα», π΄εγώ γκεζέραγα  δώθε κείθε τα καταράχια να βρω μια χαημένη στέρφα παληοπροβατίνα που μας έλειπε, κούρνιασα  στο ξωκκλήσι της Παναγίας για να γλυτώσω από το κακό. 
Και  μπαμ και μπουμ ο Θεός τις αστραπές ,το σκατό είχε φτάσει στην γλυτσινάρα από τη στσιάχτρα μου.
 Παναγία μου  βόηθα! Βόηθα , και γω θα σου δώκω ούλες τις καραμέλλες  «τσάρλεστον» που κουβάλαγα στην τσιέπη μου να της δώκω στη μάνα μου πεσκέσι, να φάου και γω καμμία.
Ακουμπάου τις καραμέλες  πίσω από το εικόνισμά Της, σταυροκοπήθηκα καμπόσο και αφού  τελικά … σώθηκα, φέγω να βρω την προβάτα μας την ξεστρατισμένη.
Γυρίζοντας όμως, σκέφτηκα πως οι καραμέλες είσαντε πολλές και μπορήγανε να τηνε βλάψουνε την Θεοτόκο , έτσι μεγάλη γυναίκα και  πονεμένη  πούητανε. Να φάου και γω καμμία, να δώκω και της δικής μου της μάννας.
Μπαίνω στο ξωκκλήσι διστακτικός και ντροπιασμένος  για τη  γολοζιά μου και  την τσιγκουνιά μου, αποφεύγω να Την τηράξω στα μάτια και γραμμή για την κρυψώνα πόειχα προτύτερα βαλμένες τις καραμέλες μου.
Άφαντες…  Μυστήριο…
Σίγουρα θύμωσε και τις εξαφάνισε, έτσι για να μου δώκει ένα καλό μάθημα,  να μην είμαι μικρόψυχος και γολόζος.. 
Άφαντες οι καραμέλες μου. Για λίγη ώρα, για λίγα λεπτά της ώρας….
Με τι μούτρα λοιπόν τώρανες, να της γυρέψω βοήθεια να με γλυτώσει από το χιονιά, Και μάλιστα μαζύ με τη μάνα μου και τον Αράπη μας;
Το μόνο  που μου έμενε ήτανε να τηράου λοξά  τη μάνα μου την Τσέβω να ειδώ αν αντέχει  ακόμα. Παρόλο που το δρολάπι και η χιονοθύελλα  μούκοβε την απηνογά και με στράβωνε, έβλεπα την Καπετάν Τσέβω να σέρνει με αποφασιστικότητα τον Αράπη από το καπίστρι ,με το χέρι της  να απέχει δυό τρεις πιθαμές από το στόμα του,  που μέσα στην παγωνιά , έβγανε  καπινούς ανασαίνοντας και αγκομαχώντας το ζωντανό, σαν τραίνο παληάς τεχνολογίας…
Είχε προτάξει τα  στήθια της μπροστά η Τσέβω και μας εγκαρδίωνε εμένα και τον Αράπη  που ντεντελάγαμε να πέσουμε από τη χιονοθύελλα. Μας άνοιγε δρόμους…
Σαν ακρόπρωρο πειρατικού  Σπετσιώτικου καραβιού της Μπουμπουλίνας, λουσμένο από τους κάτασπρους αφρούς του πελάγου, τήραγε ίσια μπροστά στον  λίγο ορίζοντα, αδιαφορώντας για το άσπρο σάβανο του χιονιού που μας απειλούσε, ψάχνοντας να ειδεί τα μελλούμενα. Τη λύση του  ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ. 
Η Τσέβω, η Μπουμπουλίνα η μάνα  μου.
Ωστόσο έρρινε κλεφτές ματιές πίσω της, να ειδεί  αν είμαι ακόμα διχάλα απάνου στονΑράπη,  ή μην και με πήρε  η θύελλα…
Ξαφνικά σταματάει. Λύνει την τριχιά από τα  πίσω κολλιτσάκια του σαμαριού, με τυλίγει με δαύτη σταυρωτά , μέση, μασχάλες, ώμους και στήθος. Την καρσιντάει στο μπροστινό αριστερό ξύλο της μπροστέλας του σαμαριού, με ξανατυλίγει με δαύτη, τηνε γυρίζει και τη χώνει με θηλιά στο πίσω κάθετο δεξιό   ξύλο της πισέλας, τη θηλιάζει στο πίσω κολιτσάκι, μετά από το μπροστινό, τη μια μερηά την άλλη, την ξαναγυρίζει  αντίστροφα , με ξανατυλίγει , ξανά μπροστέλα και πισέλα του σαμαριού, καταλήγει στην ίγκλα με διπλό κόμπο,  και έτοιμοι.
 Αράπης , σαμάρι και Γιάννης είχαμε γίνει ένα πράμα…
Μου βγάνει την μάλλινη παληοφανέλα του πατέρα μου από το κεφάλι, τηνε τινάζει από το παγωμένο χιόνι, βγάνει την σκέπη  της πόναι ζεστή , με μπουμπουλώνει  με δαύτηνε , μου ξαναφορεί απάνου από τη σκέπη της στο κεφάλι μου την μάλλινη φανέλα του πατέρα μου  και  ξεκινάμε…

Τα ψαριά μαλλιά της ανεμίζανε μέσα στη  θύελλα που την άφηνε αδιάφορη  λες κ΄είτανε  αερικό, Νεράϊδα του χιονιού, ξεπίτηδες φτειαγμένη ν΄αντέχει  στα χιόνια και στους πάγους…
Τζαβέλαινα !
Τα μάτια της τηράγανε  μπροστά, ήσυχη που εμένα με σκέπαζε η Σκέπη Της , αντάμα με την παληά φανέλλα του πατέρα μου.
Ήσυχη  που ούλοι εμείς αντάμα, ο Αράπης μας, ο πατέρας μου και η ίδια η Τσέβω η μάνα μου,  θαλα ντο λύσουμε το ΠΡΟΒΛΗΜΑ…
Περνάμε του Βούκαλη το χωράφι, τις Λάκκες, τη Λιθαρόστρουγκα και κα σιακα, άειντε άειντε ,  σιγά σιγά ροβολήκαμε κατά τη   Λιούγκα..
Το χιόνι άριεψε και λιγόστεψε. Στο Χέρωμα  είχε σηκωθεί σχεδόν το χιόνι και ο καιρός ξάνοιξε…
Από μακρυά βλέπουμε τον Πάνο τον πατέρα μου απάνου από το Ζευγολατιό , νάχει σκαρισμένα τα προβατάκια  μας στο προσήλιο για να προλάβουνε τον καιρό και να τσιμπήσουνε λίγη χλωρασιά από το αχιόνιστο  μέρος..
Αξούρηγος  ούλες τούτες τις ημέρες, έμοιαζε ο Πάνος με τον Πάνα τον Θεό Παππούλη  μας , των Αρκαδικών βουνών…
Τα σιούραγε και τα οδήγαγε στο σωστό σημείο κι απε στηλωνότανε στην κλίτσα του από ροζιασμένο πάλιουρα και ρέμβαζε   κοιτώντας κι αυτός σκεφτικός  μπροστά.
Λες κι  έψαχνε κι αυτός δρόμους,
Ο Πάνος , του Πάνα γυιός σε ευθεία γραμμή, ήξερε από δρόμους στα βουνά. 
Βγήκε στο κλαρί για λευτεριά ανταρτοεπονίτης , όπως τόσοι και τόσοι από τη  γενιά του, χτυπώντας  τους καταχτητές.
 Ο Πάνος λοιπόν εφούνος , είχε άλλο δεσμό με τα βουνά. Από χούϊ που λέμε.. Τα βουνά, που θρέψανε Λεβέντες και Λεβέντες… 
Τι να σου κάνουμε Πάνο μου ; Οι Λεβέντες , άλλοι βουλώσανε τις γράνες με τα κορμιά τους και 
άλλοι πήγανε και αράξανε  στους Κάμπους , που θρέφουν άλογα βλέπεις… Γλύφοντας δώθε κείθε για το κάτι τις τους… Tη βολέψανε μ΄αλλουνώνε αίματα…
«Στο Βουνό. Στο Βουνό. Στο Βουνό.  … Αηδίες … Ποιό Βουνό;  
Δεν υπάρχουν  βουνά…
Είδες την προκοπή τους και το χαϊρι τους…
Τι τα θέλουμε πιά τα βουνά;
Μην είσαι κορόϊδο…»

Μα εγώ επιμένω μαζί με τον κυρ Πάνο του Πάνα:
«ΤΑ ΘΕΜΕΛΕΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυστη βάτος..
Μνήμη του Λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός 
κι απ΄τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο  τα οστά των ταπεινωμένων.
………………………………..
Όμως τι τα βουνά; Ποιός και τι τα βουνά;
Τα θεμέλειά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η  μνήμη  καίει 
άκαυτη βάτος!» 

Φόρηγε ο πατέρας μου μια μαντύα  στρατιωτική, βαμμένη σκούρα καφεπράσινη με χλωρές καρυδόφλουδες, κέρδος από την αναγκαστική φιλοξενία της Φρειδερίκης στις «Σχολές» της. Στη Λέρο , που μάντρωνε  ούλα τούτα τα μούτρα που τους αρέσανε τα βουνά. 
Όσα  γλυτώσανε το ντουφέκι το αδερφοκτόνο, το Στρατοδικείο και την εξορία. Μέσα κι έξω εξορία.
Κάτι αδέρφια και ξαδέρφια του Πάνου, μέχρι την Αργεντινή σκαπετήσανε και ρίξανε μαύρη πέτρα στην παιδοκτόνο πατρίδα τους. 
Άλλοι, φίλοι και συμπατριώτες, λειώσανε στις φυλακές. Το «Λόρκα» τονε πυροβολήσανε από «λάθος» στην Ακροναυπλία, μόνο και μόνο επειδή ονειρευότανε το Αύριο , το καλλίτερο Αύριο,  και απάγγελνε ποίματα του Λόρκα…Σκαρφαλωμένος στα κάγκελα της φυλακής του.
 Μπίτη θράσιος. Χωρίς αιτία  κι αφορμή , χωρίς δίκη…  
Μαύρε Αναστόπουλε… Λόρκα, έ Λόρκα….
Τραγουδάνε ρε κολλέγα στην Κόλαση;
Τελικά πήγαινες γυρεύοντας  μου φαίνεται…
Ξεστράτησε κολλέγα ο λόγος μου…
Μα όχι χωρίς λόγο…
Κοντοζυγώνοντας η κουστωδία μας  στο προσήλιο εφτούνο, μας είδε ο Πάνος και λαφιάστηκε για την ξαφνική και παράωρη παρουσία μας στο Ζευγολατιό.
-Τι επάθατε ρεεεε, φωνάζει από μακρυά. Είστε καλά; Τι συμβαίνει; Που τονε πας Τσέβω τον αιχμάλωτο; Τι έπαθε το παιδί; Πούθε πάτε μέσα σε τούτο το χαλασμό; 
Η Τσέβω δεν απάντησε αμέσως. Όταν κοντοζυγώσαμε , του έδωκε χαμηλόφωνα την αιωρούμενη απάντηση:
-Το παιδί σου ρώτα…
Ο Πάνος μετά την πρώτη ανησυσχία και το ξάφνιασμα , σαν έμαθε  το λόγο της επίσκεψης, ψήλωσε άλλο ένα μπόϊ  και το αξούρηγο πρόσωπό του φωτίστηκε από περηφάνεια που πήρε  ρόλο δασκάλου , ρόλο Ευκλείδη, ρόλο Αρχιμήδη και βάλε…
Αφήνει το κοπάδι να βόσκει στον ήλιο, μπαίνουμε στη χαμοκέλα, ανεβαίνει τα δυό τρία σκαλοπάτια του παταριού πόειτανε η φωτογωνιά και κοιμώσαντε οι ανθρώποι,συμπάει τη φωτιά και την ταϊζει με σύχοντρα στεγνά ξύλα ώσπου ένας θερίος φούντουλας ζέστανε  και φώτιζε άπλετα το φτωχοκάλυβο του παππούλη μου τ.΄Αντρέα…
Η Τσέβω χωρίς να χάσει καιρό, με ξεμπουμπούλωσε, μου πήρε τη σκέπη της ,έκρυψε με δαύτηνε τα ψαριά παγωμένα της μαλλιά, ξεκρεμάει τον χαλκοματένιο τέντζιερη από το πατερό της χαμοκέλας και βγαίνει  σ΄ένα απόσκιο που κράτηγε σουδιασμένο κάμποσο χιόνι , το πατικώνει  καλά καλά ξέχειλα και το φέρνει μέσα, κοντά στη φωτιά.
Το χιόνι γίνηκε νερό και το νερό γίνηκε ένας ωραίος μπουρμπουλιστός τραχανάς, με δυό τρεις απλοχεριές πόρριξε μέσα  μαζί με μία θερία καβούλα πρόβειο βούτυρο και λίγα σπυριά αλάτι χοντρό …
Ώσπου να κατεβεί ο τραχανάς να μας ζεστάνει τα σωθικά μας , ο Πάνος είχε εξουδετερώσει  τον Έμπορο με το πρόβλημά του και μόνο τότε εγώ ξεκλειδώθηκα με ένα λυτρωτικό κλάημα αρπάζοντας τον πατέρα μου από την τραχηλιά καταφιλιώντας τα αξούρηγα μάγουλά του…
Αντρικό κλάημα, αντρικά φιλιά, σπάνια, με σημασία…
Η Φρειδερίκη δίδαξε τον πατέρα μου Μελισσοκόμο χωρίς μελίσσια, η Λέρος τον έμαθε κολύμπι («ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη;») αλλά ο Πάνος έμαθε να χρησιμοποιεί το μέσα του κεφαλιού του αρκετά αποτελεσματικά, ώστε να μην του αναστατώνει το σπίτι «ένας έμπορος»…
Σουρούπωσε. Στρώνει στο πατάρι της χαμοκέλας η Τσέβω το σάισμα απάνου στο ματαράτσι το γιομισμένο με πούσια από αραποσίτι, ρίνει και κανα δυό μπατανίες φλοκάτες της νεροτριβής και σωριάζει δίπλα στη φωτογωνιά χοντρά ξύλα για να βγάλουμε ζεστοί τη νύχτα…
Εμείς απάνου, τα πρόβατα απου κα..
Εγώ στη μέση μπρούμητος το κεφάλι μου στη μαξιλάρα, με τόνα μου χέρι χάϊδευα τα γένεια του πατέρα μου και με τ ΄άλλο το γλυκό πρόσωπο της Τσέβως μου. 
Δε μιλάγαμε ώσπου μας πήρε ο ύπνος…
Ονειρεύτηκα πως ήμουνα πουλί ,που αντί φτερούγες είχα ανοίξει  το τετράδιο της «Αρθιμητικής» και φτεράκαγα τον ανήφορο κατά το χωριό, παρακάμπτοντας τα Καλύβια , διαλέγοντας πίσω το περικοπό, μέσω  Λιούγκας,  Σαμπουντάναινα πόνε της Τάσιως το χωράφι ,Ρηγόπουλου χωράφι,  Σπέζη και  Φώτη  χωράφι,  
 Ζηγώνω φτερακώντας  απάνου στο τετράδιο  το Σχολείο με τον Κύριό μας να με καρτερεί χαμογελαστός και να μου χαϊδεύει ικανοποιημένος τα μαλλιά. 
Η μάνα μου ονειρεύτηκε σίγουρα πως είχε πάει ακόμα και Γυμνάσιο, και ο Πατέρας μου πως τελείωσε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πήρε ένα πελώριο πτυχίο Χημικού που το κρέμασε στη Σάλα του σπιτιού μας…

Μόνο που έγραφε το δικό μου όνομα…

ΜΗΝ ΞΥΠΝΑΤΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ..
ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΩΝΤΑΙ ΝΑ ΞΥΠΝΑΤΕ…


Χ Ν Α  ΓΕΝΑΡΗΣ  2016


ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου