Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Τα Αγ-ωραία της Κρανιάς από τον Βαγγέλη Πουρνάρα


Ο Βαγγέλης Β. Πουρνάρας χώρεσε όλο το χωριό σε ένα πραγματικά απολαυστικό ποίημα. Πρόσωπα και μνήμες "ενώπιόν" μας. Τον ευχαριστούμε θερμά. 

Από τον Βαγγέλη Πουρνάρα,

Για να θυμούνται οι παλιοί, οι νέοι να μαθαίνουν
Η έμπνευση, δεν είναι ότι κι ότι,
δεν είναι ένας δρόμος κι όπου πας,
πρέπει να παίρνεις, την καρδιά σου στο κατόπι,
να τη μοιράζεσαι, με κείνους που αγαπάς!
Ένα μήνα με ταλαιπώρησε ο ιός του..υπολογιστή. Όσο και της γρίπης πέρσι. Γι αυτό και ναυάγησα στη θάλασσα του διαδικτύου. Όσες και όσοι με αποδεχτήκατε(πολλοί ξανά), σας ευχαριστώ πολύ.
Νοερά, αυτές τις μέρες, ταξίδεψα στο πανηγύρι του ΄Αη Δημήτρη, στην γενέτειρα Κρανιά,
Τότε που τα όργανα, βαρούσανε σε κάθε καφενείο. 
Τότε που οι «ντιζέζες» , σεργιάνιζαν στα ντέφια τους, καημούς
και πόθους ξέχωρους.
Αράχνες, που στα βλέφαρα, ιστούς αγάπης πλέκανε..
Τότε που οι πατημασιές, «παλιάς κοπής» ανδρών, οπλές αλόγων γίνονταν, σε καλντερίμια γνώριμα.


΄Αγ-ωραία

Μες στην παλιά την αγορά, ακολουθώ πορεία, 
να σας θυμίσω πρόσωπα, που γράψαν ιστορία, 
είναι ανάμνηση ζωής, της ζήσης παραθύρι, 
απλό μνημόσυνο γραφής, της θύμησης γιοφύρι.
Ράφτης με τέχνη μπόλικη και στις τσακίσεις μάγκας, 
στου «Τσιάντα» το υπόγειο, ο Γιάννης «Νταλαμάγκας».
Ό «Καργατζής» ζωγράφιζε, στης τέχνης τα αλώνια, 
ήταν σικάτα πάντοτε, σακάκια, παντελόνια.
Ο «Σιούσιους» σούπερ μαγαζί, βογκούσαν τα γκισέδια, 
σωστός και πάντα τυπικός, κρατούσε και βρισέδια.
Στου «Γάκου» το περίπτερο, κολλούσαμε σαν βδέλλες, 
μενού του καταστήματος, «μιντίσις » καραμέλες!
Και ο Χαράλαμπος Μπαλής, ξεχείλιζε μεράκι, 
σου σέρβιρε το τσίπουρο και για μεζέ.. νεράκι! 
Κρεβάτια και παπλώματα, σερβάντες πρώτης ύλης, 
το πρόσεχε το μαγαζί, ο «Μπίντος» ο Βασίλης.

Ο «Κολοβέτσιος» τα τυριά, τα δούλευε με τρόπο,
καλαμπουρτζής, κοινωνικός, πρόσφερε και στον τόπο.
Και στον κλητήρα του χωριού, ο νους μου κάνει στάση,
όλοι κουβέντες όμορφες, λέγαν για το Θανάση.
Πρωτόιρους με λεβεντιά, τιμή και καλοσύνη,
η προσφορά του άσβεστη, στη μνήμη έχει μείνει.
Ο Μήτσιος Ψύρρας, άψογος, άνθρωπος καλοσύνης, 
το σούπερ μάρκετ κράταγε, της εποχής εκείνης.
Καλαμπουρτζής, υπέροχος, ο καφενές του..τίγκα,
τα λόγια τα καλύτερα, ταιριάζουν στον «Φυσίγγα!»
Ο «Κουτσιουφίτης» άρχοντας, τεχνίτης στα σταφύλια, 
με το τσιμπούκι πάντοτε, σαν λάβαρο στα χείλια.
«Τρία Σαϊνια» γελαστά, στου νου τη στράτα βρήκα,
Θώμος ΄Χιλλέας στη σειρά και τα αδέρφια Τζήκα!
Λεβέντης άνδρας, πρόσχαρος, στην κορυφή της σκάλας,
Ήθος, καρδιά, φιλότιμο, ο «Τάκης της Δασκάλας!»
Ο «Μίμης» μες στην αγορά, σκορπούσε..ευτυχία,
διαχρονική η φράση του, «βελέντζες τα πτυχία!»
Ο «Μερεμέτης», νερουλάς, υδραυλικός με γνώσεις,
άνδρας σπαθί, έξω καρδιά και το κρασί με..δόσεις!
Σουβλάκια και κρεατικά, στην ψησταριά του πάντα,
λόγια εκτίμησης πολλά, για τον Θανάση «Τσιάντα»
Ο «Κεραμίδας» άρχοντας, στην πιάτσα όλοι φίλοι,
εγκώμια εκτίμησης, ταιριάζουν στον Βασίλη!
Άνθρωπος με καλή καρδιά και ο Βασίλης «Μπέος», 
ήταν αϊτός στα κρέατα, φιλότιμος, ωραίος.
Στων ζωεμπόρων την τροχιά, στης αγοράς τα πόστα,
Γαλάνη Τάσιο συναντώ και τον «Νταβέλη» Κώστα.
Λεβέντες άντρες και οι δυο, κάναν δεκάδες μίλια,
να βγάλουν μια «κουριά» ψωμί, να θρέψουν τη φαμίλια.
Πάντοτε με καρδιά μπαξέ, ο «Κώτσιος» ο Γαλάνης, 
«να μας τα γράψεις βιρισέ», του φώναζαν οι μάννις.
Ο Μαυρομάτης ήτανε, γιατρός στην εποχή του, 
κόσμο πολύ βοήθησε, έδινε την ψυχή του.
Και ο Αντώνης ο Σπαπής, με εύσημα στην πλάτη, 
με το τσουβάλι έδινε, μες στο χωριό τ' αλάτι.
Ειλικρινής, φιλότιμος ο Γιάννης ο «Νταβέλης»,
υπέροχος στα κρέατα, «διαλέγεις ότι θέλεις».
Και ο Γαλάνης έμπορος, σωστός και νοικοκύρης, 
πάντα τη φτώχεια του λαού, ένοιωθε ο Σωτήρης.
Άνθρωπος πάντα συνετός και η καρδιά του κήπος
και στα παπούτσια μάστορας, Χαράλαμπος Χαρίτος!
Στο υφαντήριο κορφή, ήτανε ο «Ντερίλας»,
φιλότιμος, έξω καρδιά, διώκτης της σκασίλας, 
Και ο «Μπαρούφας» ήτανε, ειλικρινής στο λόγο,
υπέροχος, χρυσή καρδιά και μερακλής στο τζόγο!
Στον Λαοκράτη τρέφανε, εκτίμηση μεγάλη,
εργατικός, φιλότιμος, πάντα στη βιοπάλη.
Στο μαγαζί του τα 'τσουξα και είχα γίνει ράκος,
έκανε και παγωτατζής, αξέχαστος ο «Δράκος»,
Και ο Βασίλης Κατσιαβός, στης αγοράς το κάλλος,
φύλακας ήταν των δασών, πλούτος καρδιάς μεγάλος.
Ο Λιάπης Αθανάσιος, άνθρωπος ήταν «λίρα»,
καρότσα και εμπόρευμα, ολημερίς στη γύρα.
Ηπίων τόνων άνθρωπος και ράφτης με μεράκι, 
σεμνότητα το σύμβολο, του Νίκου του Φαρμάκη.
Γραμματικός και δάσκαλος, γλυκολαλιά στα χείλη, 
πλέκω εγκώμια καρδιάς, στο Ζέρβα το Βασίλη.
Τα λόγια του σχισμή φωτός, ζωής περιουσία, 
κρίμα που έφυγε νωρίς, τρανή η απουσία.
Και ο Αντώνης ήτανε, με γνώσεις γραμματέας, 
υπέρμαχος της σύνεσης και της καλής παρέας.
Ο «Συρικέλας» άπιαστος, με ραφτικής γαλόνια, 
σεμνός και αξιαγάπητος, σε όλα του τα χρόνια.
«Έχω καρούλια και κλωστές», ατέλειωτο σεργιάνι, 
περίσσευε η αντοχή του Κώστα «Λυκογιάννη».
Μπιμπίλια μέσα στο χωνί, πετρέλαιο στο λίτρο, 
είδη πολλά στο μαγαζί, εκεί στον «Καραμήτρο».
Ο «Παναγάρας» άπιαστος, φιλότιμος, τζιμάνι, 
τα κάρβουνα τα έφτιαχνε, πιο κει απ' τον Αη Γιάννη!
Ο «Τρακοκώστας» κράταγε κι αυτός παντοπωλείο, 
στο «Βρακοζούνη» μαχαλά, πιο πριν απ' το σχολείο.
Ο «Λέκας» ήταν λεβεντιά, παλιάς κοπής κουρέας, 
καλός και αξιαγάπητος, στο κέντρο της Κρανέας.
Ο μπάρμπα Κώστας Κόρακας, «μάννα» σε πλάκας ρόλους,
με τα μασλάτια ήθελε, να τους πειράζει όλους!
Κι ο «Καπετάνιος» μάστορας, στης κεφαλής τα κάλλη, 
απλός και πάντα τίμιος, μες στης ζωής την πάλη.
Ο «Γούλιας» είχε καφενέ, στο κέντρο, στην πλατεία, 
αγαπητός και σεβαστός, σ' όλη την πελατεία.
Γιά τον «Καλίκο» έτρεφα, εκτίμηση μεγάλη, 
έλεγε λόγια με χρησμούς, που δεν τα λέγαν άλλοι, 
στον καφενέ του μέναμε, με ανοιχτό το στόμα, 
φιλόσοφος που βρίσκεται, στα χείλη μας ακόμα.
Ο «Γώγας» ήταν ξακουστός, για τα κεφαλοτύρια, 
εργατικός και μπεσαλής, δεν χάλαγε χατίρια.
Και ο Ζαφείρης έδινε, με την κορδέλα λύσεις,
εργατικός και πρόσχαρος, ήτανε ο Χαρίσης.
Ο «Καραούλας» αρχηγός και της παρέας τύπος, 
μπορεί να ύψωνε φωνή, μα η καρδιά του κήπος.
Ο Μπίκας πάντα έφτιαχνε, περίτεχνα σαμάρια, 
τα φορτηγά της εποχής, ήτανε τα γουμάρια.
Ο «Σέτζας» κάδες έφτιαχνε, γιομάτος περηφάνεια, 
στα χέρια του κοσμήματα, γινόταν τα στεφάνια!
Κι ο «Αγγελάκης» έφτιαχνε, τα ίδια τα τσιασίτια, 
κατασκευές υπέροχες, κοσμούσανε τα σπίτια.
Ο «Γκέκας» το μανάβικο, το διατηρούσε χρόνια, 
καρπούζια με μαχαίρωμα και νόστιμα πεπόνια.
Ο «Ταχυδρόμος» μπεσαλής, στο κέφι απ' τους πρώτους,
οι γνωριμίες του πολλές, βοήθησε ανθρώπους.
Ο Κόνιαρης Γεώργιος, τεχνίτης στα τυριά του, 
εργατικός, αθόρυβος, κοιτούσε τα δουλειά του.
Ο μπάρμπα Γιάννης ο Φακής, είχε τυριά αξίας, 
της βιοπάλης ήρωας και της Μικράς Ασίας.
Ο «Μπαρμπαθύμιος» άρχοντας, ορθός στο καφενείο, 
ήτανε και υπεύθυνος, για το λεωφορείο!
Ο «Φάφας» ξέχωρη μορφή, έγραψε ιστορία,
στην μηχανή του «έγραψε», του τόπου την πορεία.
Και ο «Γκουλιάφας» ήτανε, περιπτεράς για χρόνια, 
με τραύματα και εύσημα, στου πόλεμου τ' αλώνια.
Ο Λιάπης με το φορτηγό, έφερνε πάντα πράμα, 
λεβεντοσύνης και κεφιού, ήταν ο Κώστας κράμα.
Και ο Τοπάλης κράταγε, καλό παντοπωλείο, 
ψωνίζαν όλα τα παιδιά, που πήγαιναν Σχολείο.
Και ο Μπουγάτσιας πρότυπο, υπομονής και δράσης,
δουλευταράς και γελαστός, πάντοτε ο Θανάσης.
Ο Ψύρρας ο Γεώργιος, στον καφενέ του χάρμα, 
ανεβασμένος στου κεφιού και στης χαράς το άρμα. 
Και ο Προβίδας, έμπορος, με σύνθεση ποικίλη, 
ήταν πολλοί οι χωριανοί που ψώνιζαν στον «Μπίλη».
Ο κυρ Βασίλης ήτανε, μανάβης σκέτη λίρα, 
όλοι τον αγαπούσανε, στην αγορά τον Ψύρρα.
Ο «Τζιώτας» πάντα σιακατζής, δεν ακουμπούσε μύγα, 
δουλειά σκληρή στο φορτηγό, απ' τα παιδιά τα λίγα.
Ο «Λάπας» στο αμάξι του, γιά χρόνια ήταν μέσα, 
φιλότιμος, εργατικός, με σύνεση και μπέσα.
Τον Καραλή χαιρόσουνα παρέα να τον κάνεις, 
φορτηγατζής υπέροχος, χρυσό παιδί ο Γιάννης.
Της βιοπάλης πρότυπα και φιλαράκια άλφα
ο Γούπος ο Γεώργιος, με τον Νικόλα «Φάφα».
Στον «Λαλογιώργη» πράγματα, ψώνιζα με την τσάντα, 
μανάβης με καλή καρδιά, βαρύ το ζύγι πάντα.
Άνθρωπος με απλότητα, παλιάς κοπής και ράτσας, 
σιδηρουργός υπέροχος, ο Στάθης ο Γκανάτσας.
Χρήστος Γκουνέλας, δασικός , με λόγια μετρημένα,
φιλότιμος, ειλικρινής και πάντοτε «στην πένα!»
Στον Μπαλαμπάνο κρέατα, ψωνίζαμε για χρόνια, 
ο μπάρμπα Γιάννης πάντοτε, μας πρόσεχε στα ψώνια.
Ο Γούπος, απ' τις κορυφές του ξύλου στην Κρανέα, 
ο Μήτσιος ήταν μπεσαλής, τιμούσε την παρέα.
Τον Κώστα Μπλιούμη στο ταξί, τον νοσταλγώ ακόμα,
όποιο τραγούδι ήθελες, «το 'πιανε» με το στόμα!
Ο «Βαγγελάρας» συνεχώς, στον ώμο τα πριόνια, 
λεβέντης, με καλή καρδιά, στη βιοπάλη χρόνια.
Και ο Σοφός Γρηγόριος, λάμπει στου νου την άκρη, 
με τις ταινίες έπεφτε, κορόμηλο το δάκρυ!
Ο Τζήμος ήταν μάστορας, σε όλα του τα είδη, 
τίμησε το επάγγελμα, ύμνησε το σκαφίδι!
Ο Λυκοστράτης λεβεντιά, χρόνια στο φούρνο μέσα,
πάντοτε με καλή καρδιά, χαμόγελο και μπέσα
Ο «Ντούλας» ήταν εύστροφος και στις δουλειές ωραίος, 
έξω καρδιά, φιλότιμος και πάντα αγοραίος!
Ο «Γάτος» με τα κρέατα, είχε ωραία σχέση, 
στη σούβλα μοσχομύριζαν, κεμπάπ και κοκορέτσι.
Και ο «Ντουβόλιας» ήτανε σπουδαίος τυροκόμος, 
τα προωθούσε τα τυριά, ως την Αθήνα μόνος!
Ο «Σλιάμης» ήταν μάστορας εξαίρετος στη σόμπα, 
πολλές στο χρόνο άντεξαν και λειτουργούν ακόμα!
Παλιό ψιλικατζιδικο, ήταν και του «Γκαρέλα», 
ψωνίζοντας σου έδινε, γιά δώρο καραμέλλα.
Και του Μπατσίλα ήτανε, η ψησταριά κονάκι, 
ο κυρ Αντώνης έψηνε, με τέχνη και μεράκι.
Στον «Σιόκα» μπίλες έπαιρνες και τα τσιγάρα χύμα, 
άνθρωπος του καλαμπουριού και του πολέμου θύμα.
Και ο Σερέτης ήτανε, σιδηρουργός με βάσεις, 
στο φυσερό του γίνανε, χιλιάδες επεμβάσεις.
Μύλο γιά χρόνια είχανε και οι Παπαθυμαίοι, 
δουλεύαν ασταμάτητα, ήταν νοικοκυραίοι.
Είδη πολλά σε νήματα, στο πέρασμα της ζήσης, 
είχε ο αλησμόνητος, ο Ντούμος ο Χαρίσης.
Στο ξυλουργείο «μάστορας», ο Κατσαβός Θανάσης, 
φιλότιμος και γελαστός, παιδί μεγάλης κλάσης.
O «Ναύτης» εξαιρετικός, σου 'βγαζε τα μεράκια,
υπέροχος σαν άνθρωπος, τεχνίτης στα σουβλάκια.
Ο Νίκος «Μπέος» μάλαμα και στην ταβέρνα τάκος,
στο μαγαζί του έπαιζε, μπουζούκι ο Κυριάκος!
Πολλοί παπούτσια φτιάξανε και στον «Μπατζάβα» Γιάννη,
λεβέντης που ξεχώριζε, στης ζήσης το σεργιάνι.
Και ο «Τσαρχάς» φιλότιμος και άνθρωπος της δράσης
και πάντα στα πατούμενα, σωστές οι παρεμβάσεις!
Περιπτεράς καλόκαρδος, με βόλια στρατιώτης,
κοσμούσε και την αγορά, ο Ψύρρας Παναγιώτης.
Ο Καραπέτσας πάντοτε, δούλευε με μεράκι,
τα καφεδάκια αχνιστά, με πλούσιο καϊμάκι!
Και στου Σπαπή τον καφενέ, όποιο τραγούδι θέλεις,
το πρώτο ηλεκτρόφωνο, το 'φερε ο Βαγγέλης
Στο Λυκοστράτη πήγαιναν, παιδάκια και γερόντια, 
ο μπάρμπα Κώστας έβγαζε, με σύστημα τα δόντια!
Το «Κτι» με τέχνη έραβε, σε πρότυπα μοδάτα, 
τα παντελόνια τέλεια και πάντα καμπανάτα!
Ο κυρ Βασίλης δούλευε, ακμαίος ως το τέλος, 
την Κοσμοτέ στα σπάργανα, είχε ο Παπατζέλος.
Ο μπάρμπα Γιώργος ήτανε, αγάπης υπηρέτης, 
στην κοινωνία πρότυπο και στον ΜΕΣΚΕ ηγέτης.
Ο Λάλος Ελευθέριος , προσέφερε με κόπο,
στα γράμματα και στη γραφή, τον τίμησε τον τόπο.
Με τον «Χαλιάκα» παίζανε, πολλοί εξηνταέξι
στριφτό μουστάκι, κλέφτικο, σοφή κάθε του λέξη.
Στο σφύριγμα της φάμπρικας, στα ανθρακωρυχεία,
Κρανιώτες όρθωσαν κορμί, στης φύσης τα στοιχεία.
Της ξενητειάς το φάρμακο, ήπιαν με την κανάτα, 
ώσπου να πάρουνε κι αυτοί, της αγοράς τη στράτα.
Τον Γιάννη Θώμο συναντώ, μιλώ με τον Μαζγκάνη, 
καλημερίζω το Θωμά, πιο κεί, τον Κουτσογιάννη.
Με τον Θανάση Κατσιαβό, μιλάμε με το πάσο, 
ακούω λόγια της καρδιάς, απ' τον Στατήρη Τάσο.
Ο Δημουλάς Γεώργιος, χρόνια σε ξένον τόπο,
και η πατρίδα πεθυμιά, παρηγοριά στον κόπο.
Ο Γεωργούλας έφερε, την ξενιτιά σε πέρας,
ήταν πολύ αγαπητός, του «Μάκα» ο πατέρας.
Ο μπάρμπα Γιώργος Κούτσικος, μια μπύρα με κερνάει
και ο Νικόλας Κόρακας, θερμά με χαιρετάει.
Με τον Θανάση λέγαμε, πολλά, τον Ταρταμπούκα, 
χαιρόταν και με φώναζε, γαμπρέ και ανιψιούκα.
Στο καφενείο συναντώ, το Νίκο το «Λαϊάνη», 
έλα να πιείς ένα ποτό, με νόημα μου κάνει!
Ενδεικτικά διαβήκανε, μέσα στους στίχους λίγοι, 
τη θύμηση σας θα διαβούν, όλοι που έχουν «φύγει».
Και οι ορχήστρες βάραγαν, την εποχή εκείνη, 
τα όργανα τα μάθαιναν, στο σπίτι τους, στην κλίνη.
Κλαρτζής και αξιαγάπητος, της εποχής αστέρας, 
ο μπάρμπα Νίκος ήτανε, του Λάμπρου ο πατέρας.
Πάντα σε γάμους και χαρές, ήταν η πρώτη λύση,
μαζί με τον καλόκαρδο, τον γιο του τον Χαρίση.
Στ' αδράχτια και στα τύμπανα, και άνθρωπος της γύρας, 
και στις ζαριές υπέροχος, ο Θόδωρος ο Ψύρρας.
Με τ' όργανο στην αγκαλιά, της μουσικής τεχνίτης, 
στα τζαγκανάρι μάστορας, ο Γιώργος ο Πολίτης. 
Βιολτζής που σε πλημμύριζε, συγκίνηση και δάκρυ, 
στα χνάρια της παράδοσης, ο Νίκος απ' την Άκρη.
Με ήλιο και με σύννεφα, δροσιά και πρωτοβρόχια, 
βαρούσανε τα όργανα, να διώξουνε τη φτώχεια!
Ο Κατσαρός στην ποίηση, ήταν γερό κλωνάρι,
ο μπάρμπα Κώστας έβγαζε, τους στίχους στο ποδάρι!
Ο πιο ωραίος κυνηγός, του γέλιου και της πλάκας,
ήτανε δίχως σύγκριση, ο Κώστας ο «Χαντάκας!»
Στο δρόμο της ανάμνησης, στην τήρηση του χρέους,
οφείλω να αναφερθώ και στους ντραγαταραίους.
Ολημερίς στο τρέξιμο, κάναν δεκάδες μίλια, 
να μην γκιουζέψουν τα παιδιά, κουκόσις και σταφύλια!
Ο «Ραμαντάνης» φύλαγε στου «σκάπιτου» το μήκος,
ένα κομμάτι μάλαμα, ήταν ο μπάρμπα Νίκος.
Ο «Τζίτζης» με καλή καρδιά, έδινε πάντα λύσεις, 
εύρισκε τη χρυσή τομή, δεν έκανε μηνύσεις
Ο Μπαλαμπάνος λεβεντιά και κάτι παραπάνω, 
πολλές φορές μας τσάκωσε, στα κούρφαλα επάνω!
Ο Ντούμος Κώστας άκακος και με καρδιά περβόλι, 
μονάχα μας κυνήγαγε, τον αγαπούσαν όλοι!
Ντραγάτης απ τους παλιακούς και ο Μαστοροδήμος,
ο Αχιλλέας πάντοτε, ξηγιότανε εντίμως.
Και ο Δαγκλής χρυσή καρδιά, λεβέντης και τζιμάνι
ντραγάτης που βοήθησε, πολλούς στην Τσαριτσάνη.
Και τα μαστόρια λεβεντιές, ο αριθμός μεγάλος,
«Ζαμπάκας», «Βάγγος», Βίκτωρας, «Ρουμπέτας» ,Γιώργος Λάλος.
Λεβέντες όλοι, ξέχωροι, κοιτάς και δεν τους φτάνεις,
μάστορας με καρδιά μπαξέ, ο Βάϊος ο Γαλάνης.
Στον «Τζιλουιάννη» τον παπά, όλοι πηγαίναν πάσο, 
αγνός, ωραίος, εύστροφος, το τίμησε το ράσο.
Ο Πάτερ ο Ισίδωρος, με σύνεση και ήθος, 
γαλήνιος και διακριτικός, της Εκκλησίας λίθος.
Στης σκέψης το ροβόλημα στου στοχασμού τη χάση,
θα πω κουβέντες της καρδιάς, για τον Παπά Θανάση.
Ήταν παπάς ειλικρινής, παλιάς κοπής Ποιμένας, 
απλός και πάντα στη ζωή, με το Σταυρό στο χέρι, 
κακία δεν του κράταγε, μες στο χωριό κανένας, 
τον αγαπούσανε κι αυτός, έδειχνε να το ξέρει.
Ο πάπα Άγγελος απλός, γιομάτος καλοσύνη, 
συνδύαζε την ανθρωπιά και την εμπιστοσύνη.
Και τον Μπουγάτσια συναντώ, τον σεβαστό Βασίλη, 
παπάς γιομάτος αρχοντιά, μεστότητα στα χείλη.
Ο Βλάσσιος Επίσκοπος, στην ξενητειά για χρόνια,
σοφή και ξέχωρη μορφή, στης πίστης τα αλώνια.
Ποιμένας, που ξεχώρισε για την αξιοσύνη, 
τίμησε την Πατρίδα μας και την Ιεροσύνη.
Με παρατσούκλια στόλισα, της μνήμης το περβόλι,
γίνομαι έτσι πιο σαφής και τους θυμάστε όλοι!

1 σχόλιο: