Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Ένας χρόνος χωρίς τον Γιώργο Μπλάντα


Ένας χρόνος ακριβώς πέρασε από την απώλεια του συμπατριώτη μας και αγαπητού φίλου, Γιώργου Μπλάντα. Πέρυσι στις 8 Μαΐου άφησε αυτόν τον κόσμο προδομένος από την καρδιά του. Ο Γιώργος ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, δραστήριος και δημιουργικός. Ήταν για πολλά χρόνια στη βιοπάλη και αγαπούσε ιδιαίτερα να ασχολείται με την ιστορία και τον πολιτισμό του γενέθλιου τόπου του, αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλίας. Η απώλεια του Γιώργου ήταν μεγάλη για την οικογένειά του, για όλους όσοι τον γνωρίσαμε και για την έρευνα της ιστορίας. Στη μνήμη μας έχει χαραχτεί το αυθόρμητο του χαρακτήρα του, το χαμόγελό του και βεβαίως η αεικινησία του. Το δε έργο που μας κατέλιπε αποτελεί μια επιπλέον αφορμή μνήμης του Γιώργου.

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε ένα ποίημα του Γιώργου, το οποίο μας απέστειλε ο Γιώργος την 1η Φεβρουαρίου του 2016 και δημοσιεύτηκε την ίδια ημέρα στο Ιστολόγιο.

Ο Γιώργος, με γλαφυρό τρόπο αναφερόταν στην σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα. Η πολιτικοκοινωνική του ματιά, καθαρή και διεισδυτική, εισχωρεί στις νεοελληνικές κακοδαιμονίες. Παράλληλα, η συναισθηματική φόρτιση και η ιερή αγανάκτηση του ποιητή δεν μπορούν να αφήσουν, πιστεύουμε, ανέγγιχτα την ψυχή και το μυαλό του αναγνώστη.


Η ΦΑΣΚΙΩΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ

(με  άλτσο και φόρτωμα, με «φασκιές και φάσκελα» λιτότητας)

«Για να ξεστραβώσει η ζαβή σημερνή Δημοκρατία μας ,
χρειάζεται ένα νέο εικοσιένα».Αλέξης ο Βουνεσιώτης..

Η αρχοντοφερμένη  θεατρική δημοκρατία μας
περιπαίζει, με εκλογές, το λαό, αυτόν τον άμοιρο κοσμάκη,
κατάντησε θέατρο με ηθοποιούς, η κάθε πλατεία μας.
άνοιξε τα μάτια του μυαλού να δεις, φίλε μου κι αδερφάκι.

Οι εκλογές δεν είναι μια απόφαση απ’ το λαό παρμένη,
είναι απάτη των πολιτικών περίτεχνα καλοστημένη,
την φτιασιδώνουν χέρια αόρατα, εξεπιτούτου φτιασιδωμένη.
πολιτική έκφραση ελεύθερη, αλλά Δημοκρατία, φασκιωμένη.

Φρονούν πως πάντα ο λαός ψηφίζει καλά συνετά και φρόνημα,
μα μετά τις εκλογές, αυτή η φρονιμάδα ουδόλως «αλλάζει τη  σελίδα»,
νέο μας φορούν σαμάρι, οι σπουδάρχες, με κοτσάκια παραφορτωμένα,
από αναδρομικά χαράτσια, περικοπές, ΕΝΦΙΑ και φορο- καταιγίδα.

Του λαού η λαλιά στις εκλογές δεν είναι η κορυφαία έκφραση,
είναι ο εξαγνισμός πολιτικών  αμαρτιών και της διαφθοράς προέκταση,
οξωπεταμένη, από κοράκια τρυγητές, των κοινών και Δημοσίων,
σε σκουπιδοπέταμα επί των αδειανών της λαϊκής των καφασίων.

Παθαίνει ο λαός το χνέρι τς γίδας που βόσκει στο πουρνάρι,
όσο η γίδα βόσκει το πουρνάρι ,τόσο αυτό τς αργάζει το τομάρι,
κι ύστερα ο λαός ψάχνει την αργασμένη  την γιδίσια την προβιά
κατά κει που τραβάει το γκεσέμι το κοπάδι, κι λαλούν κυπριά.

Δε γίνεται την Κυριακή των εκλογών, οι πολιτικοί, αυτοί οι μάγοι,
να λεν πως ο λαός  αναδείχθηκε «ο μέγας νικητής αυτό το βράδυ»
και τη Δευτέρα το πρωί, να ζητούν στον  ντορβά να βάλει το κεφάλι,
για να το συνθλίψουν στο λιοτρίβι, να του βγάλουνε το λάδι.

Οι εκλογές, κεφάλι μ΄, κακοκέφαλο, μωρέ, κακό μου κεφαλάκι,
δε λύνουν τα άλυτα προβλήματα, που ταλανίζουν τον κοσμάκη.
Μόνο βοηθάνε τους ολόξενους πολιτικούς ν’ αλλάζουνε κουτάλες,
να βάζουνε τα χέρια τους βαθιά μεσ’ τα δημόσια ταμεία
και από ζήλο,για «καλή δουλειά»,να τα τρυγούν και να μην αφήνουν μία.

Το ζμί απ τα θησαυροφυλάκια ρουφούν σαν ποταμίσιες βδέλλες
σαν των σπιτιών τα τρωκτικά που νέμονται αμπάρια και κασέλες.

Ψηφίζει ο λαός στις εκλογές, με νταούλια και ζουρνάδες, Δημοκρατία ηχηρά,
της κάλπης όμως η μαμή γεννά,«Νταβέλικη ομοία»,με ληστοσυμμορία,
τα καλλικέλαδα αηδόνια οι ψήφοι μας, αυγά κοράκων ,γινήκαν  καθαρά
γιατί «η θκή’ μας Δημοκρατία»,σμίγει μόνο με την πλουτοκρατία.

Το μηνά κι  ένας ποιητής στους στίχους των οραμάτων του την παραζάλη,
στις εκλογές βγαίνει πάντα νικητής ο παράς και χάνουν όλοι οι άλλοι!
Το λαλεί κι ένας τσιομπάνος πιστικός, απ΄ τα δικά μας τσιοπανάρικα χωριά,
το γκεσέμι τραβάει πάντα το κοπάδι, κατακεί, που λαλούν κυπριά.

Γι΄ αυτό οι λαοπρόβλητοι άρχοντες, νέες εκλογές κάνουν, για ασήμαντον αιτία
θέλουν τον λαό με «αερισμένα τα μυαλά στο ψυγείο και εν υπνώσει»,
τον θέλουνε δεσμώτη με άλτσο και φόρτωμα, σε λήθαργο και σ΄ αφασία,
αόμματο και ξαπλωτό, να μη μπορεί το μπόι, ούτε τα μάτια του να ορθώσει.

Ρωτιέμαι λοιπόν κι αναρωτιέμαι εγώ ο Γιώργος, ο στιχοπελεκητής και στιχοπλόκος,
όπου σκέπασμα μου είναι η λευκή βελέντζα και ο σιάργκαβος ο φλόκος,
ποιος νεο-Αλέξανδρος θα λύσει τις φασκιές της Δημοκρατίας μας απ΄ το γόρδιο δεσμό;
ξεπετώντας τους φασκιωτές –Προστάτες της  στον άπατο Καιάδα και τον εξαφανισμό;
                                                                                
Στο ΄πα και το ξαναλέω με φάτσα τον καθρέφτη μου, και  ρομαντικά ανταπαντώ,
μόν΄ ο Γιώργος Καραϊσκάκης, η ο ίσκιος του ,δεν θα άφηνε, το κακό, να συμβεί αυτό.
Ας αναστηθεί ογλήγορα, μαζί με το σπαθί του, τις καρδιές μας   να τις απολυτρώσει,
εκείνο που δεν πρόκαμε ,το εικοσιένα, να ρθή  τώρα, μαζί με μας, να το αποτελειώσει.

Γιώργος Θ. Μπλάντας

Μικρό βιογραφικό.
Ο Γιώργος Θ. Μπλάντας γεννήθηκε στο Λουτρό της Ελασσόνας το 1956. Τελείωσε εξατάξιο Γυμνάσιο στην Κρανιά Ελασσόνας. Σπούδασε ΚΑΤΕΕ Θεσ/νικης. Εργάστηκε ως εργοδηγός στα μεταλλεία βωξίτη στο Δίστομο Βοιωτίας. Ασχολήθηκε από τα φοιτητικά χρόνια με την Θεσσαλική ιστοριογραφία. Δημοσίευσε ιστορικά και λαογραφικά άρθρα τοπικού και Θεσσαλικού ενδιαφέροντος: στα Περιοδικά: Περραιβία Ελασσόνας, Η Σάλπιγγα της Άκρης [έκδοση του Μ.Ε.Σ, Άκρης ], Κρανιώτικα[περιοδικό εφημερίδας Κρανιώτικα ], Ξηροκρανιώτικα [Περιοδικό  του Συλλόγου Κρανιωτών Λάρισας «Η Ξηροκρανιά »], το περιοδικό Ελασσονίτικα Γράμματα και υπήρξε τακτικός συνεργάτης του Θεσσαλικού  Ημερολογίου. Επίσης και στις Εφημερίδες: Κρανέα Ελασσόνας, Κρανιώτικα. Συμμετείχε σ' όλες τις Κρανιώτικες Ανθολογίες ποίησης. Το 2015 κυκλοφόρησε το βιβλίο του: Ο κώδικας της Μονής Αγίας Τριάδας της Γιαννωτάς Ελασσόνας (1825-1827). Ήταν παντρεμένος με την Κρανιώτισσα  Τζήκα Κυριακή και είχε μια κόρη και δυο γιους δίδυμους. Ήταν συνταξιούχος μεταλλωρύχος και ζούσε μόνιμα στον Αμπελώνα Λάρισας. Έφυγε αιφνίδια από τη ζωή στις 8 Μαΐου 2017.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου